Το υπέροχο παραισθητικό μου λάθος. ( Ένα ποίημα για την επίγνωση και την αγάπη προς τον εαυτό)

 

 

Το υπέροχο παραισθητικό μου λάθος
 
Είχα τον άνεμο για σώμα. σε σχήμα πιθαριού.
Με χαραγμένο επάνω του τον ίδιο τον Θεό.
Στα μαλλιά νότες κρεμασμένες από ήχους παιδικών τραγουδιών.
Τα τραγούδια έπαιζαν με τόξα σαν έρωτες.
Τραγούδια μωρά που δεν τα είδε κανείς να μεγαλώνουν.
 
Μια ιαχή από πεθαμένους πολεμιστές,
σχημάτιζε μια γραμμή από ρίγος,
πάνω στο μήκος των χεριών.
 
Ήταν που ακόμη κρατούσα τα λουλούδια της βάφτισης μου 
και δεν ήθελα να τα πετάξω.
Τα πήρα μαζί μου στο μέλλον.
Τα έσυρα πάνω στην ποδιά του ανέμου.
 
Μέσα στην άγνοια μου για όλα όσα είχα
Πριν προσευχηθώ, αναθεμάτισα.
Πριν περπατήσω, πέταξα.
Στα πέλματα, 
ένας εφιάλτης από αναρίθμητες αρχέγονες ανάσες.
Μπερδεύτηκαν στα πόδια μου.
 
Οι αναζητήσεις, περιοριζόταν στον επαναληπτικό τους αντίλαλο.
Κατέληγα ολοένα στην σκέψη μου κι έλιωνα μαζί της.
Κόλλησα σαν φωτιά στην φρέσκια άσφαλτο.
Ύστερα εξαπλώθηκα.
Κυκλώθηκα από εμένα
Σε ερωτεύθηκα ύπαρξη μου.
Με παρέσυρες τόσο πολύ!
Δεν βρήκα όμοια σου.
 
Κρεμάστηκα στη σκέπη σου και αιωρήθηκα μαζί σου.
Σαν να ήσουνα λευκό φτερό ποτισμένο σε μελάνι ρευστής νύχτας .
Πουθενά νερό.
Και ήπια νύχτα σε ένα ποτήρι που ζωγράφισα..
Ύστερα έσταζα γραφές. 
Αυτόματες αυτιστικές. 
Ατένισα γλυπτές παγωμένες σκέψεις.. 
 
Υπήρξε καιρός που δεν σε κατάλαβα εαυτέ μου.
Σ αρνήθηκα τόσες μα τόσες φορές.
Μα δεν σε ξέχασα.
Δεν σε αγνόησα .
Αγκάλιασα τις ποδοπατημένες αρχαίες μου ανάσες
και υποκλίθηκα μπροστά σου.
Σου ζήτησα συγνώμη.
Προσφέρθηκα στην ταπείνωση.
 
Σε παρακολουθούσα πάντα.
Μα δεν με υπόταξες. 
Μόνο που με κοιτούσες θλιμμένα
Κι εγώ σκυμμένη, 
με ένα σκοτεινό αμφίβολο καπέλο ανωτερότητας,
με μια μπέρτα από ιδεοληψίες ηττοπάθειας
και σύγκρισης που ματαιοπονούσε, 
σε ακολούθησα εχθρικά.
 
Περίμενα τις αστοχίες σου.
Μα στα τόσα λάθη σου, σε αγάπησα εαυτέ μου.
Κι αγαπώ την ζωή γιατί σε γνώρισα.
Γιατί σε κατάλαβα .
γιατί σε δέχτηκα .
Μου έμαθες να βαδίζω.
μου ανακάλυψες τον φόβο .
με γέννησες στο κρύο.
και όταν πια με πέταξες στην ζέστη,
μου ήταν τόσο μα τόσο αδιάφορη εαυτέ μου.
 
Μου πήρε καιρό να συνθλίψω το αμύγδαλο με το σκληρό κέλυφος.
Η έκρηξη του ύψωσε τη γεύση .
Σαν τρικυμία που ζεσταίνεται πάνω σε έναν απρόσμενο φάρο.
Φτιαγμένη από ομίχλη και σπόρους βροχής.
 
Θησαυρέ μου…
 
 
Ζωή Κυροπούλου συγγραφέας-δημοσιογράφος.

Share this article

Αποποίηση ευθύνης

Οι πληροφορίες σε αυτό τον διαδικτυακό τόπο παρέχονται ''ως έχουν''. Η εταιρία μας δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη, σε καμία περίπτωση, προς οποιονδήποτε, για οποιεσδήποτε άμεσες, έμμεσες, ειδικές ή παρεπόμενες ζημίες από την χρήση της παρούσας ιστοσελίδας...

Δείτε περισσότερα

Τελευταίες δημοσιεύσεις

Newsletter

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τα πιό πρόσφατα νέα μας!