Εκτύπωση αυτής της σελίδας

ΤΑΓΚΟ.

ΤΑΓΚΟ.
 
 
Περνούσες σα σκιά με το βλέμμα σου κατεβασμένο 
Με άγγιξες φευγαλέα στον καρπό.
 
 Και όλα ξαφνικά έγιναν  ταγκό.
Τα αστέρια , οι κουτσομπόλες που μουρμούριζαν σαν νυκτερινή παραλία, Εγώ.
 
Ρίχτηκα στο σώμα σου κι έπεσα μέσα στην ψυχή σου.
Δεν είναι ότι με χορταίνεις . είναι  ότι με πεινάς  
και γελάς.... γελάς.
 
Οι μύες της καρδιάς μου ανασαίνουν σφαίρες.
Έχω ένα περίστροφο εκεί μέσα.
Για να ανοίγω συνέχεια την πληγή σου.
Ταγκό μαζί σου.
 
Ταγκό η λύπη,
 η λήθη στον καθρέφτη που δεν με αναγνωρίζει,
 η γη που γυρίζει πάνω στο φόρεμα του ανέμου, 
ταγκό η βροχή και ο νυχτερινός σκυφτός διαβάτης
που με γεμίζει φόβο και ταραχή.
Ταγκό κι Εσύ.
 
Σε προσκαλώ αποχωρώντας, 
ασθμαίνοντας και λοιδορώντας
 κάθε επιθυμία, κάθε ορμόνη, κάθε ευχή.
Σε προσκαλώ και φεύγω
 και ύστερα σε περιμένω σαν χορευτή.
 
Το άγγιγμα σου το φευγαλέο, με γέμισε ντροπή.
με μιας ακύρωσε όλα όσα λέω για το Εγώ, το θάρρος, την ορμή.
Κι έγινα δειλή.
 
Απελπισμένη ψάχνοντας τα χέρια ενός Θεού
 χορογράφος έγινα  που  βήματα  θέλει να μάθει από την αρχή.
Σε ακινησία μένει ωστόσο, 
ωχρή και οργισμένη στην άκρη ενός γκρεμού
 
Έτοιμη να πέσει ή να πετάξει  ή να εξαφανιστεί.
Ταγκό κι αυτή.
 
 Ζωή Κυροπούλου

Share this article