Η κλωτσιά του ξένου και η αγκαλιά της μάνας.

Η κλωτσιά του ξένου και η αγκαλιά της μάνας.

Με αφορμή την γιορτή της μητέρας. Δεν πρόκειται για την ιστορία μιας ιδανικής ζεστής και θυσιαστικής μάνας. Αλλά για την αληθινή ιστορία ενός παιδιού χωρίς μητέρα.

Σχολικό έτος 1980-1981. …..

Το δημοτικό σχολείο στο οποίο φοιτούσα εδώ και καιρό είχε οργανώσει την επίσκεψη μας σε ένα ορφανοτροφείο της Θεσσαλονίκης. Δεν ξέρω πως το σκέφθηκαν οι δάσκαλοι μας και οργάνωσαν αυτήν την επίσκεψη. Ποιος ήταν δηλαδή ο ανώτερος στόχος και σκοπός. Σημασία έχει ότι η επίσκεψη έγινε.

Μόλις λοιπόν, φτάσαμε με τα πούλμαν, ανακαλύψαμε, πως το ορφανοτροφείο ήταν πανέμορφο μέσα σε ένα ειδυλλιακό τοπίο και η χαρά μας ήταν πολύ μεγάλη. Ήταν τέλεια για πικ νικ.. Σύντομα ξεχυθήκαμε σαν μελίσσι και μετά αναμιχθήκαμε σχεδόν αμέσως με τα παιδιά του ορφανοτροφείου και οργανωθήκαμε σε άτυπες ομάδες. Όλα τα παιδάκια βρήκαμε φίλους. Εγώ και άλλες δύο κολλητές συμμαθήτριες, γνωρίσαμε αμέσως -από τα πρώτα δευτερόλεπτα- τον Δημήτρη. Πρέπει να μας περνούσε το πολύ 2 χρόνια. Ήταν ένα απίστευτο κουκλί. Πανέμορφος. Και αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση με τον Δημήτρη, ήταν το πόσο απίστευτα καλό παιδί ήταν.

Καθώς περνούσε η ώρα και μας μιλούσε, αποκαλύφθηκε πως είχε έναν αριστοτεχνικό τρόπο να μας εξιστορεί τις παιδικές του φαντασιοπληξίες. Δεν άργησε στα μάτια μας, να φαντάξει, σαν σούπερ ήρωας. Επίσης, μας έδωσε ξεκάθαρα την εντύπωση, πως στο ορφανοτροφείο, όλα ήταν ιδανικά και όλοι περνάνε καταπληκτικά.

Ταυτόχρονα, έδειχνε να απολαμβάνει υπερβολικά την παρέα μας. Και τα τρία κορίτσια τον είχαμε ερωτευθεί! Παίζαμε, μας μιλούσε και τριγυρνούσαμε σαν σπουργίτια στο προαύλιο. Ήμασταν και τα τέσσερα παιδιά γοητευμένα από αυτή την φιλία. Κάποια παρορμητική στιγμή, μας άφησε για λίγο για να μπει στο εσωτερικό του κτιρίου.

Προχώρησε μέσα στο διάδρομο που βρισκόταν στο ισόγειο και εμείς τον παρατηρούσαμε από τα ανοιχτά παράθυρα. Ήμασταν μαγεμένες από αυτό το αγόρι και ακολουθούσαμε με το βλέμμα κάθε βήμα του, σαν θαυμάστριες. Έτσι λοιπόν, δεν πήραμε ούτε στιγμή τα μάτια μας από πάνω του. Σε αυτόν τον ελάχιστο χρόνο που μεσολάβησε, συνεχίσαμε να τον παρακολουθούμε, εκστατικές.

Ξαφνικά, εμφανίστηκε στον ίδιο χώρο, ένας δάσκαλος από το πουθενά,. Ρώτησε επιθετικά τον Δημήτρη, γιατί βρίσκεται μέσα στο διάδρομο κι εκείνος , του απάντησε ευγενικά με ελαφρά σκυμμένο κεφάλι και με χαμηλή φωνή αλλά δεν ακούσαμε τι του είπε. Έγινε όμως, το ανεκδιήγητο. Το εντελώς αψυχολόγητο και απρόσμενο. Άρχισε να μπήγει τις φωνές στον Δημήτρη προσφωνώντας τον (αν μπορεί κανείς να αποκαλέσει έτσι τις βρισιές) με λιμανίσιες βρώμικες λέξεις.

Το θέμα όμως δεν ήταν οι βρισιές και οι γαλλικές κουβέντες που έπεσαν στα αυτιά μας σαν κεραυνός, αλλά οι ατελείωτες κλωτσιές και μπουνιές που δέχθηκε εκείνο το παιδί. Η πτώση του στο διάδρομο, τα κλάματα του και η υπομονή του να δέχεται σαν να είχε σιδερένιο σώμα όλες εκείνες τις αισχρές επιθέσεις.. Όταν αυτός ο δάσκαλος είδε το θύμα του να πέφτει κάτω, οι κλωτσιές έγιναν πιο δυνατές, στο στομάχι, στα πόδια, στα πλευρά. Εμείς από την μαγεία και τα χαμόγελα, περάσαμε στην βαθιά στεναχώρια και στην φρίκη. Τα δικά μας πόδια, έβγαλαν ρίζες καθηλώθηκαν στην ακινησία.

Προσωπικά, όλες αυτές οι κλωτσιές και οι μπουνιές με είχαν καταπλήξει. Ξέρω ότι αυτή η λέξη θα ακουστεί παράξενη αλλά είχα μείνει έκθαμβη! Εντυπωσιασμένη από την μανία και την εκδικητικότητα αυτού του δασκάλου. Χωρίς φανερό λόγο και αιτία. Έτσι απλά γιατί ήταν δάσκαλος, γιατί ο Δημήτρης δεν είχε κανέναν να τον υπερασπιστεί, γιατί έτσι απλά του έκανε κέφι! Μετά από τόσο ξύλο αναίτιο και πρόστυχο, ο Δημήτρης έτρεξε κοντά μας να ξαναενωθεί με την παρέα μας.

Αυτό που θυμάμαι μόνο όμως από κει και πέρα, είναι τον Δημήτρη να κλαίει. Θυμάμαι, είχε πιαστεί από τα κάγκελα του προαυλίου και κοιτούσε κάπου μακριά. Έκλαιγε με ένα βαθύ, αβάσταχτο παράπονο. Ξερά, χωρίς χάδι και χωρίς έλεος. Έκλαιγε με απίστευτο πόνο και με μια υπερηφάνεια μαζί πολύ περίεργη που δεν περιγράφεται. Είναι από τις περιπτώσεις εκείνες που ένας συγγραφέας θα ήθελε να ήταν μουσική για να χτυπήσει σαν βέλος στο κέντρο της καρδιάς του αναγνώστη του. Χωρίς περιγραφές. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτόν τον πόνο του Δημήτρη. Είχε γυρίσει με ένα πρόσωπο μαύρο από την σκόνη γιατί είχε μαζέψει όλη την βρωμιά του διαδρόμου καθώς τον κλωτσούσε ο σαδιστής δάσκαλος.

Καθώς έκλαιγε και έτρεχε ασταμάτητα η μύτη του από το παράπονο, όλη αυτή η υγρασία , του άφηνε λευκά αυλάκια στα μάγουλα. Θυμάμαι πως εκείνη την στιγμή σκέφθηκα: έτσι όπως κλαίει στα κάγκελα, με αυτό το παραπονεμένο βλέμμα, μοιάζει σαν να αποχαιρετάει τον πιο στενό του συγγενή στην αποβάθρα. Σαν να κουνάει νοερά σε κάποιον δικό του το μαντήλι. Αν σήμερα ήμουν ζωγράφος και είχα ως θέμα το αδιέξοδο της υπαρξιακής μοναξιάς, θα ζωγράφιζα τον Δημήτρη, να κλαίει πίσω από τα κάγκελα του ορφανοτροφείου.

Εκείνη την ημέρα, ήταν τέτοιο το σοκ, ώστε δεν ξαναμιλήσαμε για αρκετή ώρα ούτε με τον Δημήτρη ούτε μεταξύ μας. Μόνο περιπλανιόμασταν και οι τέσσερις μέσα στο προαύλιο. Με την επίσκεψη μας στο ορφανοτροφείο, μου είχε αποκαλυφθεί η κακία τόσο απροκάλυπτα, για πρώτη φορά στη ζωή μου και δεν μπορούσα να την ερμηνεύσω. Και η κακία των ξένων έχει μια ιδιαίτερη σκληρότητα. Δεν έχει τέρμα. Δεν ξέρω από που αρχίζει αλλά σίγουρα ξέρω ότι δεν σταματάει πουθενά. Και ο Δημήτρης δεν είχε μόνο να διαχειριστεί την απουσία της μητέρας του αλλά και την παρουσία της κακίας των άλλων. Μιας κακίας που εκείνον από ότι φαντάζομαι δεν τον εντυπωσίαζε καθόλου και δεν τον άφηνε καθόλου αμήχανο. Αλλά τον απογοήτευε βαθιά για τις ανθρώπινες σχέσεις.

Όταν επιστρέψαμε με το πούλμαν παρέα με τις διάσπαρτες φωνές της αναστάτωσης των παιδιών που έπρεπε να ομαδοποιηθούν, εμείς μεταξύ μας είχαμε μια σιωπή. Είχαμε κολλήσει ορφάνια. Μέσα μας νιώθαμε μια κηδεία. Ένα πένθος. Χάθηκε για πάντα η γλυκερή αξία της δικής μας προστατευμένης ζωής.

Καθώς φεύγαμε, ο Δημήτρης μας αποχαιρετούσε κοιτώντας το πούλμαν με το ίδιο πικραμένο βλέμμα. Αναφερθήκαμε στο γεγονός του ξυλοδαρμού μέσα στην τάξη του σχολείου μας, αλλά δεν γνωρίζουμε αν αυτή η προσπάθεια απέδωσε κάποιον καρπό. Ήμασταν τότε ως επί το πλείστον ένας καθυστερημένος λαός.

Τα ορφανά στο ίδρυμα και τα παιδιά με μητριές, είθισται να θεωρούνται κακότυχα.

Ο Δημήτρης θεωρητικά υπάρχει μόνο μέσα από την μνήμη μου. Κι αν η ζωή του έδωσε υγεία, σήμερα κάπου κυκλοφορεί, κάπου ζει και ίσως και κάπου γελάει. Εύχομαι να είναι καλά. Ελπίζω να μην κλαίει μέσα του ακόμη για εκείνο το παιδάκι.

Παρόλα αυτά, ανεξάρτητα από γιορτές και επετείους τώρα τελευταία χωρίς να ξέρω γιατί, θυμάμαι τον Δημήτρη ολοένα και πιο έντονα. Πολύ συχνά μάλιστα συζητάω για εκείνον. Αναρωτιέμαι που να είναι. Τι απέγινε. Πως πήγε η ζωή του. Εύχομαι να είναι καλά σε πείσμα εκείνου του απαίσιου ανθρώπου που τον προπονούσε -το λιγότερο- σε μια αποτυχημένη ζωή. Κι αν κατά τύχη διαβάσει αυτό το κείμενο να του πω ότι δεν τον ξέχασα.

Σκέφθηκα επίσης ότι αν είναι καλά ο Δημήτρης σήμερα, ίσως θα σκέφτεται, πως στη γιορτή της μητέρας δεν έχει πουθενά να στείλει λουλούδια.

Θα ήθελα να του πω όμως: Δημήτρη μπορεί να μην έχεις κανέναν να του στείλεις λουλούδια υπάρχει όμως κάποια που σου στέλνει ένα γράμμα για να σου πει ότι σε θυμάται και ότι σε θαυμάζει πάντα για εκείνη την παλικαριά και την αντοχή που έδειξες ένα μεσημέρι πριν περίπου 37 χρόνια.

Ζωή Κυροπούλου.

Share this article

Αποποίηση ευθύνης

Οι πληροφορίες σε αυτό τον διαδικτυακό τόπο παρέχονται ''ως έχουν''. Η εταιρία μας δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη, σε καμία περίπτωση, προς οποιονδήποτε, για οποιεσδήποτε άμεσες, έμμεσες, ειδικές ή παρεπόμενες ζημίες από την χρήση της παρούσας ιστοσελίδας...

Δείτε περισσότερα

Τελευταίες δημοσιεύσεις

Newsletter

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τα πιό πρόσφατα νέα μας!