Ο ανάπηρος που περπάτησε από θαύμα

 

 

Ο ανάπηρος που περπάτησε από θαύμα
 
 
Ήταν κάποτε ένας ανάπηρος εκ γενετής  που ζούσε σε ένα απομακρυσμένο χωριό. Στο χωριό αυτό, υπήρχαν μόνο  θετικοί και καλόπιστοι άνθρωποι, που αγαπούσαν και φρόντιζαν τον ανάπηρο συγχωριανό τους, δίνοντας του, όλη τους την στοργή και την αγάπη. Για χάρη του μάλιστα, είχαν αγοράσει κι  ένα αναπηρικό αμαξίδιο με όλες τις τεχνικές προδιαγραφές ώστε να του κάνουν τη δύσκολη ζωή του πιο άνετη κι ευτυχισμένη. Ο άνθρωπος αυτός όμως, παρέμενε πάντα  απόλυτα και βαθιά δυστυχισμένος. Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα συνήθιζε να επισκέπτεται  τους επαγγελματίες του χωριού του, όπου ήταν όλοι φίλοι του. Πήγαινε καθημερινά, στον μανάβη, στον φούρναρη, τον κρεοπώλη ή συνομιλούσε τακτικά με τους φίλους του τους αστυφύλακες. Παντού το ίδιο παράπονο ψέλλιζε ή φώναζε με στεντόρεια θυμωμένη φωνή.
 
«Δεν αντέχω άλλο να μην μπορώ να περπατήσω! Δεν αντέχω που δεν μπορώ να κάνω ούτε ένα βήμα σαν και σας. Δεν αντέχω που δεν μπορώ να γυμναστώ η να τρέξω. Είναι ανυπόφορο να είσαι ο τελευταίος από όλους σε μια παρέα. Να ακολουθείς μονίμως!»
 Κι έκλαιγε απαρηγόρητος βουβά και με ένα βλέμμα πληγωμένου παραπονεμένου ζώου. 
 
«Μακάρι να γινόταν ένα θαύμα» έλεγε μετά ξέπνοα, σχεδόν μεθυσμένος από την θλίψη. 
«Ένα θαύμα» ξαναέλεγε και κατέβαζε λυπημένα το κεφάλι, έστριβε το αμαξίδιο με αδύναμα χέρια και αποχωρούσε. Όπου κι αν μιλούσε άφηνε μια πληγή. Το βάρος της ψυχής του ασήκωτο. 
 
Μια μέρα όμως, εκεί που ο χασάπης έκοβε το κρέας του, θυμήθηκε  έναν μάγο για τον οποίο είχε ακούσει τρελά πράγματα. Είχανε πει πως μπορεί ακόμα και ανάπηρο να τον κάνει να περπατήσει! Δεν το κλωθογύρισε και πολύ στο μυαλό του. Έτσι, μια Κυριακή μεσημέρι, φώναξε όλους τους συγχωριανούς του και τον ανάπηρο μαζί,  στην πλατεία του χωριού. Ο Μάγος γεμάτος περισυλλογή χωρίς να λέει πολλά πολλά και χωρίς να υπόσχεται τίποτα,  χαμογέλασε στον ανάπηρο, τον πλησίασε αργά και ακούμπησε πολύ προσεχτικά την μεγάλη του παλάμη στο μέτωπο του. Ψιθύριζε μάλιστα κάτι παράφωνα ακατάληπτα και μαγικά  λόγια. Ξαφνικά τράβηξε τα χέρι του από τον άρρωστο, τον κοίταξε με αποφασιστικότητα και τον διέταξε: Σήκω επάνω!! Ό άνθρωπος πράγματι σηκώθηκε και περπάτησε μέσα στην πλατεία. Περιέφερε τον εαυτό του γύρω γύρω από τους συγχωριανούς του , έκπληκτος και ο ίδιος για το θαύμα που έγινε!
 
« Τι ευτυχία είναι αυτή; Τι ευτυχία είναι αυτή;» Φώναζε με τα χέρια υψωμένα. Και ύστερα  φίλησε γονατισμένος τα χέρια του ευεργέτη του. 
Το χωριό προσφέρθηκε να πληρώσει τον μάγο για το καλό που έκανε. Όμως εκείνος αρνήθηκε υπερήφανα και ικανοποιημένος για το καλό που έκανε. Την επόμενη  ημέρα εξαφανίστηκε. Έφυγε από το χωριό. Το περίεργο όμως είναι ότι εξαφανίστηκε μαζί του και ο ανάπηρος. Σαν να άνοιξε η γη και τον κατάπιε!  Πολλοί από το χωριό υπέθεσαν ότι έφυγε επιτέλους σε άλλες πολιτείες, για να ζήσει την ζωή του όπως την ήθελε. Να δοκιμάσει την τύχη του.
 
 
Όμως ο φίλος του ο χασάπης καθόλου δεν πείσθηκε με αυτή την εκδοχή. Δεν ήταν τόσο σίγουρος. Μια ανησυχία τον έτρωγε και ένα  μεσημέρι που έκλεισε το μαγαζί του, σφάλισε τις πόρτες και μια και δυό τράβηξε για το απομακρυσμένο σπίτι του φίλου του.
Όταν έφτασε στο σπίτι , χτύπησε την πόρτα πολλές φορές αλλά κανείς δεν του άνοιξε. Δεν τα παράτησε παρόλα αυτά  και επέμενε. Κάποια στιγμή, έσπασε την πόρτα.  Βρέθηκε ξαφνικά μέσα στο σαλόνι του και  αντίκρισε τον πρώην ανάπηρο, πάνω στο αμαξίδιο του. Έκλαιγε γοερά  με ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι. Ήταν αδύναμος και ζούσε μέσα σε μια στενοχώρια χωρίς έλεος.
 
«Τι έγινε;» Τον ρώτησε ο χασάπης. «Τι έπαθες; Δεν περπατάς πια; Ξανά αρρώστησες;»
 
 
Με σβησμένη φωνή ο ανάπηρος μέσα στην προσωπική του εγκατάλειψη,  του απάντησε αμέσως,  χωρίς όμως καμιά διάθεση.
 
«Φταίω εγώ που παρακαλούσα για ένα θαύμα. Τώρα μπορεί το σώμα μου να μην  είναι ανάπηρο αλλά είναι το μυαλό μου . Μπορεί πια να μπορώ να περπατήσω αλλά δεν ξέρω πως  να το κάνω. Ύστερα είναι και οι άλλοι. Όλο το χωριό περιμένει πλέον από εμένα να περπατήσω και να σκοντάψω άφοβα, να ταξιδέψω να δουλέψω και να βγάλω λεφτά. Η ψυχή μου όμως δεν τα  μπορεί όλα αυτά. Γι αυτό να πεις σε όλους πως ο ανάπηρος του χωριού παραμένει ανάπηρος. Πως ξανά αρρώστησα και να μην μου μιλάνε πια. Κάτι συνέβη μέσα μου. Και τούτη η αποκάλυψη είναι η δυσκολότερη. Χειρότερη και από τα παράλυτα μου πόδια. Μην ξεχάσεις επίσης, να πεις στον μάγο μόλις τον δεις, ότι θέλω τα παράλυτα μου πόδια πίσω και ότι τον μισώ.»
 

Κι έτσι απλά εκείνη την μέρα ,ο χασάπης κατάλαβε ότι το αληθινό θαύμα, μπορούμε να το φέρουμε μόνο εμείς. Οτι εμείς είμαστε το θαύμα που ευχόμαστε.

 
 
Ζωή Κυροπούλου δημοσιογράφος συγγραφέας. 
 

Share this article

Αποποίηση ευθύνης

Οι πληροφορίες σε αυτό τον διαδικτυακό τόπο παρέχονται ''ως έχουν''. Η εταιρία μας δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη, σε καμία περίπτωση, προς οποιονδήποτε, για οποιεσδήποτε άμεσες, έμμεσες, ειδικές ή παρεπόμενες ζημίες από την χρήση της παρούσας ιστοσελίδας...

Δείτε περισσότερα

Τελευταίες δημοσιεύσεις

Newsletter

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τα πιό πρόσφατα νέα μας!