Φόβος. Η ιστορία του Αριστείδη Παγκρατίδη. Ένα αστυνομικό διήγημα με αληθινά στοιχεία και ρεπορτάζ.

 
 
 
ΚΛΕΙΣΤΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ ΠΑΓΚΡΑΤΙΔΗ. ΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ.
 
 Ο Παγκρατίδης ήταν ένας γραφικός τυπάκος της εποχής του 60. Χαμένος σε ένα κόσμο με κανόνες που δεν όρισε αυτός και δε τον απασχόλησαν ποτέ. Ούτως ή άλλως αδυνατούσε να τους καταλάβει. Και γιατί άλλωστε;  Στα πέντε του είδε το πατέρα του να σφάζεται μπροστά στα μάτια του. Απλά και ακατανόητα. Έκτοτε, ο περίγυρος τον φώναζε γουρούνα γιατί έτρωγε από τα σκουπίδια.  Τα αδέρφια του  είχαν πει κάποτε γι’ αυτόν ότι είναι χαμηλής νοημοσύνης. Ο ίδιος άλλωστε δεν είχε γνώμη για τίποτε. Ούτε καν για τη σεξουαλικότητα του. Στον ανακριτή λίγα χρόνια αργότερα θα πει: Είτε με γυναίκες πάω είτε με άνδρες, το ίδιο μου κάνει. Στα δώδεκα του χρόνια εκσπερματώνει μέσα του για πρώτη φορά ένας άνδρας. Είναι ο Απόστολος Λύτης. Χημικός και παιδεραστής που ξαλαφρώνει έναντι του ποσού των πενήντα δραχμών.
 
Έκτοτε ο Παγκρατίδης αρχίζει μια καριέρα αρσενικής πόρνης. Όχι από κάποιο ιδιαίτερο ζήλο. Απλά πάει με τον άνεμο και παίζει με τους κανόνες των άλλων. Είναι δειλός και φοβισμένος γι’ αυτό η τιμή του βρίσκεται στη προαίρεση όσων τον πηδούν. Πολλές φορές απολαμβάνει απλά ένα πιάτο φασολάδα και του είναι αρκετό. Δε φτιάχνεται με το παθητικό ομόφυλο σεξ όμως ούτε το αποφεύγει όταν του δίνεται η ευκαιρία για ένα χαρτζιλίκι Οι γυναίκες του αρέσουν όμως οι γυναίκες «θέλουν λεφτά» κι έτσι συμβιβάζεται με όσα έχει. Τριγυρνάει σα το βρώμικο γάτο στα σκουπίδια του λιμανιού. Χαρίζει οργασμούς της δεκάρας σε ναυτικούς και λιμενεργάτες δίπλα στις ψωραλέες βάρκες, στα βουνά και στα εβραϊκά μνήματα .
 
Ο Αριστείδης Παγκρατίδης υπήρξε γόνος ταπεινής οικογένειας από τα Λαγκαδίκια Θεσσαλονίκης. Τελειόφοιτος της Δευτέρας  τάξης του Δημοτικού σχολείου, -πότης με πεποίθηση- η μόνη πεποίθηση που είχε ποτέ στην ζωή του- τρόφιμος αναμορφωτηρίου λόγω κλοπής ποδηλάτου, αιμοδότης για το χαρτζιλίκι, ηδονοβλεψίας για το μεράκι του και στα μεγάλα γλέντια ανεπρόκοπος μαστούρης.
Στην εποχή του Λαμπράκη και του 60, όπου οι ήρωες στέφονται με δάφνες και οι αντιήρωες είναι οι χαμένοι και οι απόκληροι της ζωής, ο Παγκρατίδης δεν είχε καμία τύχη. Σ’ αυτή την εποχή ο φόβος κυριαρχούσε. Τον μύριζες, δεν τον ομολογούσες και έτρεμες τον διπλανό σου. Ο φόβος όμως, βρήκε παρηγοριά και υπόσταση όταν άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη του «δράκου». Τώρα είχε πάρει σάρκα και οστά. Ο δράκος σκότωνε και βίαζε με τον απεχθέστερο τρόπο. Ήταν άφαντος και ασύλληπτος. Η αιτία όλων των δεινών. Όμως ταυτόχρονα, «έπασχε» και από μια αντίφαση. Ήταν φόβος απενοχοποιημένος, που όχι μόνο τον ομολογούσες, αλλά και τον ζούσες ελεύθερα. Έτσι πήρε διαστάσεις επιδημίας. Εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα ασχέτως αν απασχόλησε αποκλειστικά την Θεσσαλονίκη.
Ο Αριστείδης Παγκρατίδης από την άλλη, θα μπορούσε να ήταν αστείος μέσα στον παραλυτικό του φόβο και τις επιπτώσεις του, αν δεν ήταν πιο αστείοι όλοι εκείνοι που εν μια νυκτί τον βάφτισαν δράκο.
 
ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ
(7 ΔΕΚΑΜΒΡΙΟΥ 1963)
 
Η Θεσσαλονίκη απολαμβάνει άλλο ένα υγρό Σάββατο. Ο περιβόητος δράκος έχει διαπράξει ήδη τρία απεχθή εγκλήματα με το αγαπημένο του παιχνίδι-όπλο. Επιλέγει πέτρες μυτερές και τραχιές, που αφήνουν τα πτώματα σε μορφή πολτού. Τα ζευγαράκια, παρ΄ όλα αυτά συνεχίζουν να συναντιούνται βιαστικά, οι γονείς βγαίνουν βόλτα με τα παιδιά τους και ο Παγκρατίδης σχολάει όπως κάθε μέρα την ίδια ώρα από την δουλειά του στο λούνα 
παρκ ,του Πρόδρομου Χαλεπλή ,με σκυφτό κεφάλι. Κατευθύνεται στη γνωστή ταβέρνα  δίπλα στα δικαστήρια. Θα συναντήσει τρεις φίλους του και μια κοπέλα και θα πιει μέχρι σκασμού.
 
Περνάει καλά αυτό το Σαββατόβραδο. Έχει κέφι για πολύ σεξ. Σκοπεύει να πάει για πατσά και μετά να αναζητήσει ότι του λείπει. Η πρώτη πρωινή τον βρίσκει σε πατσατζίδικο της Εγνατίας. Είναι τύφλα και μαστούρης. Στο δρόμο της επιστροφής φεύγει με έναν φίλο του παθητικό. Τον Μήτσο. Το ζευγάρι κατευθύνεται στην οικογενειακή εστία του δεύτερου.  Εκεί όμως, ο Μήτσος αναστατώνεται βλέποντας την οικτρή κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο Παγκρατίδης. Φοβάται μην ξυπνήσει τους γονείς του. Κάνει θόρυβο και δεν έχει συναίσθηση τι του γίνεται. Απογοητευμένος τον διώχνει, φορώντας του τα παπούτσια γιατί του είναι αδύνατον να τα βάλει μόνος του.  Ο Παγκρατίδης βρίσκεται και πάλι στο δρόμο. Τριγυρνάει φοβούμενος να κατευθυνθεί στο λιμάνι μήπως και τον τσακώσουν γι αλητεία. Του έχει καρφωθεί στο μυαλό ότι είναι σε θέση να κάνει σεξ. Κατευθύνεται στο ορφανοτροφείο Μ. Αλέξανδρος. Ακούγεται ότι τα κορίτσια εκεί μέσα είναι ευχάριστα και εύκολα. Δίνει ένα σάλτο και πηδάει τον μαντρότοιχο. Βρίσκει ένα ανοιχτό παράθυρο και μπαίνει μέσα.
Τώρα περπατάει στο χολ του δεύτερου πατώματος. Βλέπει τα κοριτσίστικα κορμιά που είναι παραδομένα στην αγκαλιά του Μορφέα. Είναι η μοναδική αγκαλιά που θα τα παρηγορήσει τελικά, μιας και ο Αριστείδης Παγκρατίδης θα πέσει ξερός από το πολύ πιόμα στο πρώτο άδειο κρεβάτι  που θα βρει μπροστά του. Ροχαλίζει θορυβωδώς και η Δέσποινα    Νικολαΐδου ξυπνάει τρομαγμένη και γεμάτη απορία.
 
-«Τι θέλεις εδώ;» του κάνει.
-«Μην φοβάσαι, θα φύγω.» της απαντάει και φεύγει χωρίς να την πειράξει.
 
Η Νικολαΐδου αναστατωμένη, ξυπνά τις υπόλοιπες τροφίμους του ορφανοτροφείου. Αναφέρει το γεγονός, αλλά κανείς δεν την πιστεύει. Την ειρωνεύονται πως όλα τα είδε στον ύπνο της και αλλάζουν πλευρό.
 
Λίγο αργότερα η δωδεκάχρονη Αικατερίνη Σούρλα ουρλιάζει έντρομη με ανακατεμένα μαλλιά και σκισμένη πιτζάμα. Φωνάζει ότι της επιτέθηκε ένας άγνωστος με μια πέτρα. «Ήρθε στο κρεβάτι για να μου κάνει κακά πράγματα», διαμαρτύρεται έντρομη. Ο Παγκρατίδης στο μεταξύ έχει προλάβει να διαφύγει. Στο δρόμο τρέχοντας, έρχεται αντιμέτωπος  με έναν εισπράκτορα λεωφορείου , που τηλεφωνεί στο 100 και καταγγέλλει το περιστατικό. Φτάνει σπίτι του και κοιμάται αμέσως. Στις πέντε όμως το πρωί, ένας υπομοίραρχος τον συλλαμβάνει. Παρουσία εισαγγελέα και αξιωματικών οδηγείται ξανά στο ορφανοτροφείο. Εκεί ομολογεί την πράξη του και αρχίζει η περιπέτεια.
Χρόνια αργότερα, στα 1988 ο ιατροδικαστής Καψάσκης θα πει: «Ο Παγκρατίδης, πέφτει ουρανοκατέβατος, με την τόση ανόητη και ηλίθια ενέργεια του ορφανοτροφείου. Δηλαδή σαν να ήθελε να πει ότι: «Εγώ πάω να κάνω αυτά τα πράγματα που έκανε και ο Δράκος»
 
 
ΠΩΣ ΔΡΟΥΣΕ Ο  ΔΡΑΚΟΣ ΟΙ ΤΑΚΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΟΥ.
 
Το πρωί της 20ης Φεβρουαρίου του 1959 παιδάκια του δημοτικού σχολείου της κοινότητας του Αγίου Παύλου, βρίσκουν παρατημένα στην άκρη του δάσους  τα θρυμματισμένα κορμιά του 35χρονου λεβητοποιού Αθανάσιου Παναγιώτου και της φίλης του Ελεονώρας Βλάχου. Τα κρανία τους βρίσκονται σε κακή κατάσταση και θα είχαν σίγουρα πεθάνει αν η τρομερή παγωνιά των ημερών δεν τους σταματούσε το αίμα.  Μετά από μήνες νοσηλείας σε κρίσιμη κατάσταση διασώζονται.  Ο Παναγιώτου όμως, παθαίνει αμνησία. Η ιατροδικαστική έκθεση που ακολουθεί συμπεραίνει ότι ο δράστης αφού εξουδετέρωσε τον Παναγιώτου στράφηκε στη γυναίκα, τη χτύπησε στο κεφάλι με μια μυτερή πέτρα  της ξέσκισε τα ρούχα και την κακοποίησε ενώ ψυχορραγούσε.  Κι ενώ η Θεσσαλονίκη αρχίζει να παραλύει από φόβο στο πρώτο άκουσμα της είδησης, ο άγνωστος δολοφόνος επανέρχεται λίγες μέρες αργότερα. Στις 6 Μαρτίου 1959 ο ίλαρχος Ραΐσης   , 33 χρονών παντρεμένος, πατέρας τριών παιδιών και η νεαρή ερωμένη του Ευδοξία Παλιογιάννη, 23 χρόνων , εργάτρια του ζαχαροπλαστείου «Φλόκα»,  βρίσκονται από περαστικό φορτηγατζή  νεκροί, με θρυμματισμένα τα κρανία τους, σε ένα χωράφι  κοντά στο αεροδρόμιο της Μίκρας.
 
Ο τρόπος επίθεσης κοινός. Και στις 2 περιπτώσεις ο δράστης δολοφόνησε πρώτα τον άντρα με μυτερή πέτρα και αργότερα ξέσπασε με αλλεπάλληλα θανατηφόρα χτυπήματα πάνω στην γυναίκα. Και αυτή την φορά, βίασε την γυναίκα ακριβώς την στιγμή που εκείνη ξεψυχούσε.
 
Ο δεύτερος φόνος, έδωσε το σύνθημα, γα την μαζική φοβία που ξέσπασε. Ο κόσμος πιέζει για την σύλληψη του ενόχου. Η αστυνομία αρχίζει να σαστίζει. Αντιλαμβάνεται ότι η υπόθεση είναι αρκετά δύσκολη και επικηρύσσει τον δράστη για 100.000 δραχμές. Ποσό εξωφρενικό για την εποχή. Παράλληλα, ο εισαγγελέας απαγορεύει την αναδημοσίευση κάθε σχετικής είδησης για την διευκόλυνση του ανακριτικού έργου.
 
Από την υπόθεση της συγκεκριμένης δολοφονίας όμως, προκύπτει ξεκάθαρα ένα νέο στοιχείο: οι δράστες ήταν δύο. Ο τοπικός τύπος το περιγράφει γλαφυρότατα και σίγουρα όχι αυθαίρετα. Η «Μακεδονία» γράφει σχετικά (…) Περισσότεροι του ενός οι δράσται. Ενώ εψυχορράγη η νέα εβιάζετο υπό των κακούργων (….) Ο ίλαρχος, επάλαιψε απεγνωσμένα με τους στυγερούς δράστες.
Ο «Ελληνκός Βορράς» επίσης: «Εις  αναβρασμόν η πόλις (….) Άγνωστοι κακοποιοί προφανώς ανώμαλοι και διεφθαρμένοι ψυχικώς, οι δράσται»
Η αστυνομία και ο ιατροδικαστής θεωρούν δεδομένη την ύπαρξη δύο δραστών από την ύπαρξη των εξής στοιχείων: το πτώμα της γυναίκας μεταφέρθηκε αβίαστα, χωρίς να συρθεί σε απόσταση οχτώ μέτρων, ενώ του λοχαγού σε απόσταση 28 μέτρων.
Βρέθηκαν αποτυπώματα πάνω στο γυμνό στήθος της Βλάχου, τα περισσότερα αιματοβαμμένα στης οποίας….
«…… στα ανοικτά σκέλη υπάρχουν ίχνη πελμάτων και γονάτων ατόμου γονατίσαντος διά διενέργειαν πράξεως, σεξουαλικής» 
Υπάρχει το δείγμα αίματος ενός από τους δράστες. Όμως ένα ερώτημα ακόμη ταλαιπωρεί την αστυνομία. Γιατί ο λοχαγός Ραΐσης πέθανε κρατώντας τον αναπτήρα του στην αριστερή παλάμη του; Μήπως ήθελε να προσφέρει φωτιά σε κάποιον γνωστό του;
 
 
 
3 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1959
 
Καινούργια έφοδος του δράκου, αυτή τη φορά στο Δημοτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.  Σκοτώνει την 25χρονη υπάλληλο του ιδρύματος Μελπομένη Πατρικίου. Αμέσως μετά, προσπαθεί να δολοφονήσει την αυτόπτη μάρτυρα Τσαμπάζη, που εργάζεται ως νοσοκόμα. Το δεύτερο θύμα βάζει τις φωνές και οι συνάδελφοι της σπεύδουν σε βοήθεια. Ο δράστης προλαβαίνει να διαφύγει, αφήνοντας την αιμόφυρτη από τα απανωτά χτυπήματα. Ευτυχώς όχι θανάσιμα. Η νοσοκόμα Τσαμπάζη, είναι το πρώτο θύμα που πρόλαβε να δει τον δράστη.
 
Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ.
 
Ο φοβερός εγκληματίας που σε διάστημα 42 ημερών σκότωσε τρεις ανθρώπους και τραυμάτισε άλλους τρεις, παρ΄ όλες τις προσπάθειες της αστυνομίας, δεν κατέστη δυνατόν για μια ολόκληρη  τετραετία να συλληφθεί. Ξαφνικά την 14η Δεκεμβρίου του έτους 1963 , η αστυνομία ανακοινώνει επίσημα ότι ο συλληφθείς Αριστείδης Παγκρατίδης , ετών 23 , είναι ο δράκος του Σέιχ Σου.
Ο άμοιρος Αριστείδης, ομολόγησε μετά από δεκαεξάωρη υποχρεωτική ορθοστασία, δίπλα σε αναμμένη σόμπα, πάνω στην οποία κατά διαστήματα έριχναν νερό για να δημιουργούνται υδρατμοί. Ύπνος με υγρή κουβέρτα, τροφή του παξιμάδι με νερό, μπόλικο ξύλο στο διάλλειμα και ψυχαγωγία του η διαρκής επανάληψη όλων όσων έπρεπε να πει μετά από κάθε αναπαράσταση. «Είσαι μικρός, ομολόγησε και θα σε γλυτώσουμε με δυο χρόνια στην Κασσάνδρα» τον παροτρύνει ο εισαγγελέας Παπαντωνίου και ο Παγκρατίδης, γι ακόμη μια φορά στην ζωή του, κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα. Πάει όπου φυσάει ο άνεμος. Ακολουθούν η εισαγγελική απαγόρευση για οποιαδήποτε δημοσίευση σχετική με την υπόθεση, η κάθειρξη εννέα ετών για την απόπειρα βιασμού στο ορφανοτροφείο και «τετράκις εις θάνατον» για τα εγκλήματα του Σέιχ Σου.
 
Η νομοταγής συνείδηση τους, παραλείπει να λάβει υπόψη της τα δακτυλικά αποτυπώματα στον τόπο ου εγκλήματος, την ομάδα αίματος, τις πατημασιές του εγκλήματος στην Μίκρα καθώς και τις τρίχες μαζί με τα αποτυπώματα από το έγκλημα στο Δημοτικό Νοσοκομείο.
Η δίκη αποδείχθηκε φιάσκο. Οι συνήγοροι του Παγκρατίδη, παρά τις ηρωικές τους προσπάθειες, τελικά εξαναγκάζονται σε παραίτηση  από τις αυξανόμενες πιέσεις που δέχονται από τις δικαστικές και τις πολιτικές Αρχές. Ο Παγκρατίδης αρνείται τους νέους δικηγόρους που του δίνει το δικαστήριο για την υπεράσπιση του. Δεν «συμμετέχει» πια στην δίκη του. Για πρώτη φορά αντιστέκεται στον άνεμο και το μέγεθος του γίνεται ανάλογο του ύψους των περιστάσεων. Οι εφημερίδες σχολιάζουν τα γεγονότα και πολλές φορές τα επικρίνουν, ο κόσμος αρχίζει να δείχνει συμπάθια στον αναξιοπαθούντα δράκο, και οι γυναίκες που συμμετέχουν τυχαία στο ακροατήριο της δίκης .ξεσπούν σε λυγμούς όταν ανακοινώνεται η καταδικαστική απόφαση σε βάρος του.
 
 
 
Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΚΑΙ Η ΚΗΔΕΙΑ ΜΙΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΗΜΕΡΑ.
Στις 16 Φεβρουαρίου του 1968, εννέα χρόνια μετά την διάπραξη των εγκλημάτων και δύο από την καταδίκη του σε θάνατο, ο Αριστείδης Παγκρατίδης εκτελέστηκε από τη χούντα, την αυγή μιας «γαλάζιας μέρας»
Έτσι ονομάτιζε  τις Κυριακές  η μάνα του, γιατί ήταν οι μοναδικές ημέρες που μπορούσε να δει τον γιό της και να του πάει φαγητό στην φυλακή. Όλες οι εφημερίδες της εποχής αναφέρονται στην ψυχραιμία του κα στη διάθεση του να ξεκαθαρίσει σε όσους τον πλησίαζαν ότι ήταν αθώος.
 
-Δεν είμαι εγώ . Δεν έκανα εγώ τα εγκλήματα.
Ο ιερέας που τον συνόδευε στο αυτοκίνητο, υπομένει τον καπνό από τα πολλά τσιγάρα. Τις τελευταίες του ώρες, καπνίζει μανιωδώς. Σε κάποια στιγμή μόνο του είπε:
-Σκέφτομαι την μάνα μου. Η καημένη θα ΄ρθει την Κυριακή, όπως κάθε φορά, αλλά δεν θα με βρει εδώ.
Απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα, φωνάζει ότι είναι αθώος και ζητάει να του κλείσουν τα μάτια. Αμέσως μετά, κάνει παράκληση στους σκοπευτές του να τον σκοπεύσουν καλά …«να μην τυραννιστώ»
Μέσα στο χάραμα, ακούγεται το παράγγελμα «πυρ» και ο Παγκρατίδης φωνάζει:
-Μανούλα μου είμαι αθώος.
 
Κατά τον ενταφιασμό του, δεν παρευρέθηκε κανείς από τους συγγενείς του. Το βράδυ διαμαρτυρήθηκαν ο αδελφός του Παγκράτης και η νύφη του, στις τοπικές εφημερίδες. Δεν ειδοποιήθηκαν από τις αρμόδιες Αρχές.  Μόνοι τους το απόγευμα πήγαν στην Εξοχή κι έκαναν τρισάγιο στον τάφο του
Η υπόθεση Παγκρατίδη εκδικάστηκε την ίδια χρονιά με την υπόθεση  Λαμπράκη. Ο ιατροδικαστής Δ Καψάσκης, που θα έλυνε το μυστήριο με τις τρίχες που βρέθηκαν στις παλάμες τις Μελπωμένης Πατρικίου,  δεν κλήθηκε από τον εισαγγελέα να καταθέσει. Μετά από αρκετό χρονικό διάστημα, σε ερώτηση του δημοσιογράφου Κώστα Παπαϊωάννου 
θα δηλώσει: «Όσο είσαι εσύ ο δράκος, άλλο τόσο είναι και ο Παγκρατίδης». Λίγο αργότερα ο δημοσιογράφος φεύγει με την δήλωση του ιατροδικαστή παραμάσχαλα και ο Καψάσκης, τον ακολουθεί τρέχοντας, ανακαλώντας την. Αρνείται να κοινοποιήσει την άποψη του. 
 
ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ.
 
Ο δημοσιογράφος Κώστας Τσαρούχας  στο βιβλίο του «Υπόθεση Παγκρατίδη: Αθώος ή ένοχος » το έτος 1989 λέει καθαρά ότι γνωρίζει τους πραγματικούς δράστες των εγκλημάτων. Αναφέρεται σε έναν βιομήχανο και το συνεργό του. Πηγαίνει μάλιστα να πει τα ονόματα τους στο αδελφό του Παγκρατίδη, όπως του υποσχέθηκε αλλά δεν τον προλαβαίνει. Μαθαίνει ότι έχει πεθάνει πρόσφατα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Στο ίδιο βιβλίο περιλαμβάνεται και μια μαρτυρία καταπέλτης ενός απόστρατου αξιωματικού της Χωροφυλακής.
«-..Είχαμε εντολή να τον βγάλουμε δράκο, τον λυπόταν η ψυχή μου, αλλά η εντολή ήταν από ψηλά.
….Το πράγμα φώναζε από μακριά ότι οι δολοφόνοι ήταν δύο. Υπήρχε όμως και κάτι άλλο που έβγαζε κατευθείαν αθώο τον Παγκρατίδη για το έγκλημα της Μίκρας. Από το σημείο που έγινε η επίθεση με την πέτρα και υπήρχαν τα αίματα, μέχρι το σημείο που βρέθηκε το αυτοκίνητο, υπήρχε κάποια απόσταση. Στο αυτοκίνητο, σταματημένο όπως ήταν, υπήρχε η δεύτερη ταχύτητα.  Η εκδοχή να είχε μεταφέρει τα 2 πτώματα από το αυτοκίνητο στο σημείο που βρέθηκαν, δεν έστεκε. Ο Παγκρατίδης, δεν ήξερε να οδηγεί. Ποιος οδήγησε λοιπόν το αυτοκίνητο εκεί που βρέθηκε; Σίγουρα κάποιος που ήταν οδηγός. Και πάντως όχι ο Παγκρατίδης που δεν ήταν. 
 
Ο δράκος, δεν ήταν μόνο ένα άτομο. Πολλοί πιστεύουν ότι ήταν ένας μεγαλόσχημος επιχειρηματίας, λέγεται ότι ζει σήμερα στην Ελλάδα, όχι στη Θεσσαλονίκη,  αλλά στην Αθήνα κι ότι συνεργάτης του, στα εγκλήματα ήταν ο οδηγός του.  Αυτόν τον τελευταίο, όπως λένε οι φήμες, τον φυγάδευσαν τότε στην Αμερική , όπου ζει σήμερα κι έκανε κι εκεί κάποιες «μικροδουλειές»
Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, ο μεγαλόσχημος επιχειρηματίας βιομήχανος, ήταν διεστραμμένος άνθρωπος . Νεκρόφιλος. Ο οδηγός του χτυπούσε με την πέτρα, σκότωνε τα θύματα κι αυτός μετά ασελγούσε πάνω στις γυναίκες. Στην Μίκρα, ο οδηγός ήταν αυτός που ζήτησε φωτιά από τον ίλαρχο. Κατά την ίδια εκδοχή, υπάρχουν μαρτυρίες που έχουν θαφτεί.
 
Ο αξιωματικός αναφερόμενος στον έναν δράστη της υπόθεσης του Δημοτικού Νοσοκομείου με θύμα την Μελπομένη Πατρικίου, λέει ότι η αστυνομία γνώριζε την αλήθεια από τότε..
..Ο βιομήχανος έφυγε στο εξωτερικό και άφησε τον οδηγό του να δράσει μόνος του. Πήγε λοιπόν αυτός. Έτσι το άλλοθι για τον πραγματικό δράκο, ήταν ακλόνητο. Ο μεγαλόσχημος «κύριος» έβγαινε λάδι. Κι αν θυμάσαι την λεπτομέρεια, εκεί  δεν υπήρξε συνουσία. Απόπειρα μόνο. Για να είναι «δεμένο» και το σενάριο και το άλλοθι.
Ο Παγκρατίδης, όταν τον πήγαμε εκεί, ούτε τον χώρο δεν ήξερε και ρωτούσε συνέχεια.
 
ΤΡΙΑΝΤΑΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΆ. 
 
 
Ο φωτορεπόρτερ Γιάννης Κυριακίδης, 80 χρονών σήμερα, ο μόνος που κατάφερε να αποθανατίσει τον Παγκρατίδη, στις τελευταίες του ώρες, πίσω από την πλάτη ενός δημοσιογράφου, μιλάει για την εποχή:
 
«Εκείνο τον καιρό, λόγω του ότι τα εγκλήματα έγιναν το ένα πίσω από το άλλο, η αγορά είχε νεκρώσει. Όλα τα καταστήματα στο κέντρο της πόλης, επί ένα μήνα είχαν μείνει κλειστά και στον δρόμο, δεν περπατούσε ψυχή.  Όπως καταλαβαίνεις, είχε δημιουργηθεί οικονομικό θέμα.  Οι εντολές είχαν έρθει άνωθεν κι εκείνος ο άτιμος υπομοίραρχος που ήθελε να πάρει κι άλλα γαλόνια, κατέστρεψε τον καημένο τον Παγκρατίδη. Τον βασάνιζε και τον έβαζε να ομολογήσει με το ζόρι.
 Μια μέρα, έπιασα τον Αριστείδη, κατά την ώρα των αναπαραστάσεων με τους ασφαλίτες  και του είπα:» Πες μου βρε παιδί μου τι σου συμβαίνει, εσύ δείχνεις καταπονημένος» «Μια εβδομάδα με ταΐζουν σαρδέλες και μου λένε πως θα μου δώσουν νερό μόνο αν ομολογήσω» μου είπε. Μου υποδεικνύουν σε ποια σημεία χτύπησα και στραγγάλισα».
Ύστερα ήταν κι εκείνες οι αθεόφοβες  υπεύθυνες του αναμορφωτηρίου  που ψευδομαρτύρησαν και βάλαν και τα παιδάκια να πουν ψέματα. …….»
 
…..Εδώ, μόνο που τον έβλεπες τον Αριστείδη καταλάβαινες ότι δεν είχε τη δύναμη να τα βάλει με εκείνον τον ίλαρχο που ήταν δυνατός κι εύσωμος σαν λιοντάρι. Πως θα μπορούσε να τον σκοτώσει; Εκείνος ήθελε δύο άτομα να πέσει κάτω κι όχι εύκολα…
Θυμάμαι τον παπά που τον εξομολόγησε λίγο πριν την εκτέλεση. Έπεσε στην αγκαλιά μου κι έκλαιγε. Τόσο σίγουρος ήταν για την αθωότητα του Αριστείδη. Κάθε φορά που τον προέτρεπε να εξομολογηθεί εκείνος του απαντούσε κλαίγοντας « Είμαι πούστης, έκλεψα, ζητιάνεψα, όμως δεν σκότωσα»
 
Εκεί που βεβαιώθηκα, όμως, ήταν κατά την τραγική στιγμή της καταδίκης του. Έχω ακόμα μπροστά μου την εικόνα του. Στο άκουσμα της θανατικής του ποινής , σήκωσε τα χέρια απελπισμένος και μούγκρισε σαν άγριο θηρίο. Ανατρίχιασα όταν τον άκουσα να φωνάζει «ΕΙΜΑΙ ΑΘΩΟΣ» Σείστηκε το δικαστήριο. Εκείνη την ώρα, η επαγγελματική μου εμπειρία
και η διαίσθηση μου με έπεισαν ότι αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν ο δολοφόνος.
Είναι όμως και κάτι άλλο. Μετά το γεγονός, ήρθε μια μέρα ξαφνικά στο γραφείο μου o διευθυντής της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας. Του πρόσφερα καφέ. Φαινόταν προβληματισμένος και ανήσυχος. Έκτοτε, ξανάρθε πολλές φορές. Μου φάνηκε περίεργο.  Μια μέρα δεν άντεξε και τον έπιασαν τα κλάματα. «Κοντεύω να σκάσω», μου είπε. «Το έχω βάρος στην ψυχή μου. Εγώ έκανα την έρευνα. Οι πέτρες, τα δακτυλικά αποτυπώματα και τα λοιπά στοιχεία, δεν έχουν καμία σχέση με τον Παγκρατίδη.
Του λέω: «Δώσε μου στοιχεία και αναλαμβάνω την ευθύνη εγώ».
 Μου απάντησε ότι τον απειλούσαν με την ζωή της κόρης του και δεν τολμούσε. Φοβόταν. Πέθανε πριν πέντε χρόνια και πήρε το μυστικό μαζί του».
 
Ρώτησα τον κύριο Κυριακίδη για ποιο λόγο φοβόταν. Υπάρχει περίπτωση οι δράστες να ζουν μέχρι σήμερα κι αν ναι για ποιο λόγο θα είναι ακόμη επικίνδυνοι; 
«Πιθανότατα ναι. Πρέπει να βρίσκονται στη ζωή κι έχουν σίγουρα μεγάλη οικονομική και άλλη ισχύ αλλιώς δεν θα υπήρχε ακόμη τόσος φόβος. Για μένα ο Αριστείδης Παγκρατίδης, είναι 1.000% αθώος. Θέλω να το ξεκαθαρίσω αυτό για να έχω ήσυχη την συνείδηση μου. Είμαι 80 ετών και δεν θέλω να φύγω όπως ο ταγματάρχης που έμεινε με το βάρος στην ψυχή του, παίρνοντας το μυστικό μαζί του.
 
Η ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΜΑΡΙΑ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΡΥ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ.
 
Η κόρη του αποθανόντα διοικητή της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας , Γιάννη Πρωτοπαπαδάκη, αρνιόταν κατηγορηματικά όλα αυτά τα χρόνια να μιλήσει στους δημοσιογράφους (όπως και η μητέρα της). Δέχτηκε να μιλήσει για πρώτη και τελευταία φορά όπως μας είπε. 
«Ο πατέρας μου, ήταν ένας ευφυής άνθρωπος  με μεγάλη εγκυκλοπαιδική μόρφωση, την οποία απέκτησε μόνος του.  Αποτέλεσμα της πικρίας του, που δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τις νομικές του σπουδές, σε καιρούς που απαγορευόταν να σπουδάζεις και να δουλεύεις παράλληλα. Το επάγγελμα του χωροφύλακα δεν του ταίριαζε, ήταν όμως μια εξασφάλιση. Παρ΄όλα αυτά, το ερευνητικό του μυαλό  βρήκε διέξοδο στον τομέα της ερευνητικής έρευνας. Αντικείμενο που υπηρέτησε πιστά, μέχρι το τέλος της επαγγελματικής του θητείας. Ο πατέρας μου λοιπόν από την αρχή, είχε ενστάσεις για την σύλληψη Παγκρατίδη.
 
Για εκείνον, το πιο χοντροειδές στοιχείο, ήταν η σωματική διάπλαση των θυμάτων. Ο Παγκρατίδης, δεν διακρινόταν για τις διαστάσεις του και τα θύματα του, στις περισσότερες των περιπτώσεων ήταν πιο μεγαλόσωμοι από αυτόν.  Το διάστημα της σύλληψης του Παγκρατίδη, ο πατέρας μου υπηρετούσε ως χαμηλόβαθμο στέλεχος στη Γενική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Από τα στοιχεία που είχε περισυλλέξει, φαινόταν καθαρά ότι ο ύποπτος ήταν άλλος. Το υλικό το είχε σε δύο αντίγραφα. Το ένα στο σπίτι του και το άλλο σε μια θυρίδα τραπέζης, σε περίπτωση που απειλούνταν η ζωή του. Καιρό αργότερα, ο πατέρας μου ισχυρίστηκε, ότι τα έγγραφα εκλάπησαν και ότι δεν βρίσκονταν πλέον στην κατοχή του. Μας εξομολογήθηκε, τον καιρό που ζούσε, ότι κατά την περίοδο που βρισκόταν στα πρώτα στάδια της έρευνας του, δέχθηκε ένα εμπιστευτικό τηλεφώνημα,  από άγνωστο, ο οποίος του υποσχόταν, αδιάσειστα στοιχεία για την υπόθεση. Ορίστηκε ένα σημείο συνάντησης. Στο ραντεβού φυσικά δεν βρήκε κανένα , ενώ λίγο αργότερα βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα αυτοκίνητο που ερχόταν με τρελή πορεία καταπάνω του.  Καιρό αργότερα, όταν γεννηθήκαμε εγώ και η αδερφή μου, δέχθηκε και πάλι απειλές για την ζωή του, αλλά και για την ζωή των παιδιών του. Αυτή τη φορά πιο άμεσα. Για τον πατέρα μου, τότε ήταν που ο κύκλος έκλεισε. Κουράστηκαν και αυτός και η μητέρα μου να μας αποκτήσουν και δεν θα διακινδύνευαν με τίποτα την ζωή μας.
 
Παρόλα αυτά όμως, αυτό πουν θυμάμαι από εκείνον, είναι η διαρκής του αγωνία. Είχε έναν έντονο φόβο. Ποιος; Αυτός ο άνθρωπος που ήταν απόλυτα εξοικειωμένος με τον θάνατο. Πάντα εντυπωσιαζόμουν από το γεγονός ότι έβλεπα τον πατέρα μου σοκαρισμένο. Γιατί γενικά φαινόταν άνθρωπος που τίποτα δεν μπορεί να τον ταράξει. Άραγε έπαθε σοκ από τα πρόσωπα; Ή την εξουσία των ανθρώπων; Ή μήπως και τα δύο μαζί;  Όπως και να χει, ποτέ δεν μας είπε λεπτομέρειες για την υπόθεση από διάθεση να μας προστατέψει.  Μόνο τον φόβο του καταλαβαίναμε έντονα. Στο τέλος συμφιλιώθηκε με τον τρόμο του. Δέχθηκε το γεγονός ότι αναγκάστηκε να συμμετέχει στην απόκρυψη της αλήθειας, για την οποία είχε δουλέψει. Πάντα αναρωτιόμουν με ποιόν ή με τι ήρθε αντιμέτωπος κατά τη διάρκεια της έρευνας του.  Φαινόταν απόλυτα στιγματισμένος από αυτήν την υπόθεση. Μας είχε ορκίσει κατά το παρελθόν.  Μην ανακατευτείτε ούτε εσείς ούτε τα παιδιά των παιδιών σας με αυτή την ιστορία. Ποτέ μου δεν τον είδα ικανοποιημένο από όσα γράφτηκαν κατά καιρούς για τον δράκο του Σέιχ Σου. Μου έδινε πάντα την εντύπωση ότι τη δική του αλήθεια δεν την βρήκε πουθενά κι ούτε την διάβασε ποτέ»
 
«ΤΟ ΧΩ ΒΑΡΟΣ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ»
 
Απειλές για την ζωή της κόρης του, δεχόταν και ο ταγματάρχης της χωροφυλακής Κώστας Αντωνίου, τότε Διευθυντής της Σήμανσης της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης. Πριν πεθάνει, εξομολογήθηκε στην κόρη του: «Ο Παγκρατίδης ήταν αθώος. Ο δράκος, κατά την γνώμη μου, ήταν γόνος κάποιας γνωστής πλούσιας οικογένειας,  που γεννήθηκε ψυχικά άρρωστος. Η οικογένεια του, τον πήγε σε όλο τον κόσμο από Ανατολή σε Δύση. Δεν μπόρεσαν όμως να τον γιατρέψουν. Ήμασταν πολύ μικροί κι εγώ και οι συνάδελφοι μου, ώστε να φτάσουμε να τον εξετάσουμε, αυτόν για τον οποίον είχαμε τις υπόνοιες. Δηλαδή υπήρχε ένα ταμπού. Ο Κώστας Αντωνίου, είχε στην κατοχή του έγγραφα, τα οποία περισυνέλεγε, επί δυόμιση χρόνια, προκειμένου να αποδείξει την αθωότητα του Παγκρατίδη. Μετά τον θάνατο του, αυτά τα έγγραφα διατέθηκαν στα αρχεία της Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης. 
 
ΨΙΘΥΡΟΙ.
 
Στη Θεσσαλονίκη κυκλοφορεί από τότε, το όνομα ενός επιχειρηματία. Το βάρος του μυστικού διέρρευσε σαν μια θηλιά για τον λαιμό, που ο ένας την χαρίζει στον άλλο. Όλοι ανεπίσημα αναφέρονται σε αυτόν μετά βεβαιότητας. Η υπόθεση όμως πλέον, έχει κλείσει . Κανείς  δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να την αναβιώσει.  Η δικαίωση υπήρξε μόνο το τρελό όνειρο του μελλοθάνατου Παγκρατίδη. Ποιόν θα εξυπηρετούσε άλλωστε; 
 
Τόσα χρόνια η ειδησεογραφία τρέφεται από το μύθο του.  Το θέμα έρχεται κι επανέρχεται σαν φιλμ νουάρ με πιστούς σινεφίλ. Ο Παγκρατίδης δράκος, ο Παγκρατίδης θύμα.  Το δίπολο που εξυπηρετεί όλους.  Ο κόσμος που τότε ηδονιζόταν με τον ίδιο του τον φόβο, βρήκε ένα εξιλαστήριο θύμα.  Σήμερα εξακολουθεί να τρέφεται από το μυστήριο της υπόθεσης. Στην πραγματικότητα η Θεσσαλονίκη ποτέ δεν σταμάτησε να συζητά. Στο συλλογικό ασυνείδητο των κατοίκων της πόλης  υπάρχει η πεποίθηση ότι ο δράκος ζει ακόμη.
 
Ζωή Κυροπούλου, δημοσιευμένο στο Status,  Μάιος 2004
 
 
Ζωή Κυροπούλου:συγγραφέας του βιβλίου "Εκείνες Που Μάγεψαν Τον θάνατο" βρείτε το βιβλίο ΕΔΩ.

Share this article

Αποποίηση ευθύνης

Οι πληροφορίες σε αυτό τον διαδικτυακό τόπο παρέχονται ''ως έχουν''. Η εταιρία μας δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη, σε καμία περίπτωση, προς οποιονδήποτε, για οποιεσδήποτε άμεσες, έμμεσες, ειδικές ή παρεπόμενες ζημίες από την χρήση της παρούσας ιστοσελίδας...

Δείτε περισσότερα

Τελευταίες δημοσιεύσεις

Newsletter

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τα πιό πρόσφατα νέα μας!