Αποσπάσματα του βιβλίου "Εκείνες που μάγεψαν τον θάνατο" από την Ζωή Κυροπούλου

 
 
 
Η ιστορία που την έκανε να γονατίσει ψυχικά, να λυπηθεί για τον εαυτό της που δεν ήταν τάχα δυνατή, επειδή αγαπούσε, αρχίζει κάπως έτσι…
 
Ήλιος, πυρωμένη σκληρή ζέστη, μέσα στην τρυφερή καρδιά του Αυγούστου. Όλα τα παιδιά διάσπαρτα στη γειτονιά και βαριεστημένα, έπαιζαν βαρύθυμα με τα ίδια και τα ίδια παιχνίδια. Τόσο ελεύθερα σαν αδέσποτα, χωρίς να ξέρουν τι να κάνουν με το τώρα που ξεχείλωνε κάτω από την αυγουστιάτικη ώρα κι έψηνε τα κεφάλια τους, κόβοντας τη δύναμη και την ευελιξία τους από τις ρίζες των μικρών τους χεριών και κάνοντας τις κινήσεις τους αργές.
 
Κάποια στιγμή μέσα σε αυτό το θερμικό «slow motion» της εποχής, εμφανίστηκε ο Γιώργος, ο γιός της κυρά Δέσποινας που έμενε στο διώροφο σπίτι, απέναντι από το σπίτι της Μαρίας. Εκείνο το καινούριο, λαμπερό σπίτι στην άκρη του δρόμου που είχε και μαυρόασπρη τηλεόραση και μάζευε τις νύχτες όλο τον κόσμο του χωριού στο ευρύχωρο μπαλκόνι του για να δούνε σε αυτήν το «Λούνα Παρκ». 
Λαχανιασμένος σαν ξαναμμένος σκύλος, ο Γιώργος πάνω σε ένα παιχνίδι με κόκαλο που ανυψώνεται και μετεωρίζεται στον αέρα, φώναξε: «Ελάτε! Ο Μιχάλης έχει ένα μικρό γατάκι και θα του βάλουμε φωτιά στην ουρά. Πήραμε και τενεκέ. Τρέξτε!! Ελάτε!! Ελάτε!!»
 
Ακινητοποιήθηκε εκείνη και παρατηρούσε έντρομη με μάτια σαν όστρακα ανοιχτά, τον Γιώργο, τη στιγμή που ανακοίνωνε το γεγονός. Το πρώτο κύμα ντροπής έσκασε μέσα της. Αυτή γιατί δε χαιρόταν; Κάτι ανεπρόκοπα ηλίθιο πρέπει να φώλιαζε μέσα της κάθε φορά που όλος ο κόσμος ήθελε να χαρεί με ό, τι του άρεσε. Τι συνέβαινε με εκείνη; Γιατί δεν της άρεσαν τα ίδια πράγματα με τους άλλους; 
 
Όλα τα υπόλοιπα παιδιά ούρλιαζαν ξέφρενα. Η αναγγελία ήταν πηγή μεγάλης χαράς και αποδοκιμασίας. Τα παιδιά ενθουσιασμένα φρενιασμένα σχεδόν, με βλέμμα φλεγόμενο από την έξαψη, έτρεξαν πίσω από τον Γιώργο που θα τους οδηγούσε στον ηρωικό Μιχάλη. Η ραθυμία πνίγηκε μέσα στην εξέγερση της διέγερσης, της γνήσιας χαράς. «Γιατί εγώ δεν χαίρομαι;», αναρωτιόταν με τα αδύνατα γονατάκια της λυγισμένα. «Γιατί εγώ στενοχωριέμαι;», απορούσε ξανά. Δεν της είχε διδάξει κανείς την αγάπη προς τα ζώα, το αντίθετο μάλιστα. Ο θείος της τής είχε διδάξει να μην τα αγγίζει ποτέ και της το είχε δηλώσει κατηγορηματικά μια μέρα στο οικογενειακό τους τραπέζι.
Της εξήγησε κοφτά και χωρίς να σηκώνει αντίρρηση ότι ήταν βρώμικα και πολύ πιθανόν μολυσμένα και ακόμα χειρότερα πως ήταν άγρια και μπορούσαν να την ξεσκίσουν, ιδιαίτερα τα σκυλιά στα οποία καραδοκούσε ο κίνδυνος της λύσσας. Και όλα αυτά τα έλεγε ο θείος, επειδή ήθελε να την προστατέψει. Εκείνος τα ζώα τα ήξερε καλά. Από το γάλα τους ζούσε. Με τους φύλακες σκύλους προστάτευε το βιος του και παραφυλούσε στο κυνήγι, τις γάτες ελευθέρωνε για να του φάνε τα ποντίκια και χρησιμοποιούσε τα ποντίκια για να του πνίξουν τα φίδια. Εκείνος τα ζούσε τα ζώα καθημερινά, τα ήξερε και από την καλή και από την ανάποδη.
 
 
Με όλα αυτά, δεν διδάχθηκε από πουθενά τη στοργικότητα σε αυτά τα ανυπεράσπιστα πλάσματα του θεού κι όμως, δεν μπορούσε να κάνει κακό στα ζώα! Δέχθηκε απλώς, ότι ήταν πλάσματα που θέλουν να ζήσουν κι αυτά, κάτω από τον ίδιο ουρανό. Μπορεί να την εκπαίδευσαν να μην τα χαϊδεύει και εκείνη πλέον να μην τολμούσε να το κάνει, αλλά ποτέ μα ποτέ δεν θα τους έκανε κακό. Είχε μάθει εξάλλου, πως αν δεν τα πειράξεις, δε σε πειράζουν, ούτε που ασχολούνται μαζί σου. Τα παιδιά που έτρεχαν να κάψουν το γατάκι εκείνη τη στιγμή όμως, είχαν όλα τους από ένα αγαπημένο ζωάκι στο σπίτι. «Πώς μπορούσαν και γιατί; Ποιος ο λόγος;», σκεφτόταν η μικρή Μαρία που το κορμάκι της έτρεμε ελαφρά σαν φτερούγα, από την ψυχική παράλυση, όσο όλη η γειτονιά «σηκωνόταν» στο πόδι.
 
Ακόμα όμως, και να ήθελες να αγνοήσεις το γεγονός, δεν μπορούσες. Η χαρά και η ευτυχία μεταδόθηκε σαν φωτιά σε σπαρτά, ένα πανηγύρι! Και εκείνη έστεκε εκστατική κι έντρομη, να βλέπει τις αντιδράσεις των άλλων, χωρίς να αναγνωρίζει πουθενά τον εαυτό της. Θα ήθελε να φωνάξει, αλλά τι να πει, τον έλεγχο τον είχαν οι άλλοι και αυτοί οι άλλοι ήταν η πλειοψηφία. Σκέφτηκε πως τόσοι άνθρωποι με τόση χαρά δεμένοι κάτω από έναν κοινό σκοπό, πρέπει να είχαν δίκιο! Άλλωστε είχε τονίσει ο δάσκαλος στο σχολείο πως οι πολλοί έχουν πάντα δίκιο και αυτό είναι που ονομάζουμε Δημοκρατία. Παρέμενε στον τόπο της καρφωμένη και περίμενε έντρομη να φύγουν όλοι, από φόβο μη φέρουν μπροστά της το κακόμοιρο γατάκι.
 
Έμφοβη, σαν μέσα σε κλειστό πιθάρι που φύλασσε πνοές μεταφυσικές, στάθηκε εγκλωβισμένη στην ακινησία του τρόμου και το σώμα ακολουθούσε. Η ψυχή με την σειρά της, κλωθογύριζε και στροβιλιζόταν ως πανικοβλημένος εφιάλτης μέσα στο παγωμένο σώμα, έρμαιο κι αυτό, θύμα σωστό μιας φαύλης κυκλικότητας. 
Ακίνητο άγαλμα το σώμα λοιπόν, και όμως, αρκούσε ένα τυχαίο «λεπτό» αεράκι στα μαλλιά εκείνη τη στιγμή, να σταθεί ικανό να την ταράξει τόσο πολύ, ώστε να τη φτάσει σε εκείνο το σημείο που θα την ανάγκαζε να ξεσπάσει σε κλάματα. Ευτυχώς που δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τον εαυτό της τότε η Μαρία, ευτυχώς δηλαδή που δεν μπορούσε, γιατί τότε ποιος ξέρει πόσο χειρότερα ακόμη θα ένιωθε.
 
Μόνο οι κόρες των ορθάνοιχτων ματιών της κινούνταν λυγμικά, δύο κόρες που χόρευαν πένθιμα σε ένα βαλς, όπου το ζευγάρι δε θα συναντιόταν ποτέ, αλλά θα χόρευε παράλληλα, δακρύζοντας.
Είχε ξαναδεί να καίνε την ουρά ενός γατιού. Έβαλαν τότε φωτιά στην ουρά του, αφού πρώτα την έδεσαν με έναν τενεκέ για να κάνει θόρυβο, καθώς θα έτρεχε αλαφιασμένο και το περιέλουσαν με πετρέλαιο. Κι εκείνο έτρεχε… έτρεχε..και συνεχώς έτρεχε. Τα μάτια σου καίγονταν να βλέπεις ετούτο το μαρτύριο! Ούρλιαζε μοναχικό, τρέχοντας από απελπισία προς τον αφανισμό του, χάνοντας το σώμα του σιγά – σιγά, αφήνοντας ταυτόχρονα διάσπαρτα στη χωμάτινη γη τα καρβουνιασμένα του κομμάτια. Έτρεχε μέχρι να εξολοθρευτεί φλεγόμενο. Αναλογιζόταν πώς οι άνθρωποι είχαν τη δύναμη να δώσουν σε άλλα όντα τέτοια μαρτύρια που οι ίδιοι δεν άντεχαν. Ποτέ της δεν μπόρεσε να το καταλάβει αυτό και ούτε το κατάφερε ποτέ. 
 
Ξαφνικά οι μαμάδες των φίλων της αναστατώθηκαν με τις φωνές των παιδιών τους και με την τόση φασαρία. Θέλησαν να μάθουν κι αυτές τι επρόκειτο να συμβεί. Έστρεψε το κοντοκουρεμένο, ανυπεράσπιστο κεφαλάκι της σε εκείνες τις γυναίκες, μιας και οι μεγάλοι έχουν πάντα δίκιο και όλα τα ξέρουν, προσπαθώντας να αρπαχτεί από μια ελπίδα, μήπως καταφέρει να σωθεί το ζωντανό τελευταία στιγμή από κάποια συνετή και στοργική μητρική παρέμβαση.
«Τι συμβαίνει; Γιατί τρελάθηκαν αυτά;», ρώτησε η κυρά Ζωζώ. 
 
Και ακολούθησε η σειρά των υπολοίπων μεγάλων γυναικών να ξεσπάσουν σε επιφωνήματα. Τα γέλια και τα χαμόγελα που ακολούθησαν, αλλά και η ευθυμία και το καμάρι για τα βλαστάρια τους, γέμισαν τον τόπο. Κι αμέσως συνοφρυώθηκε το σώμα της Μαρίας, ίδρωσαν οι παλάμες της, τα δαχτυλάκια των ποδιών της μαζεύτηκαν σαν φουσκωμένα κουλουράκια της μιας χαψιάς. Έπειτα, στράφηκαν οι πατούσες της προς τα μέσα, αντικριστά η μια προς την άλλη και τα ποδαράκια της είχαν γίνει ψυχή που ξεχείλιζαν έκφραση. 
«Πάνε να κάψουν μια γάτα και την ουρά της και τρελάθηκαν τα σκασμένα. Σαν παλαβά κάνουν!»
 
Ακολούθησαν κακαρίσια γέλια από όλες τους. 
Το γέλιο της μιας, αποτελούσε την ηχώ της άλλης,επιβεβαιώνοντας την ορθότητα της παιδικής πράξης και έτσι απλά, ήρθε η συγκατάβαση και η αναγνώριση του εγκλήματος, συνάμα με τη μητρική παρηγοριά και ανακούφιση, ότι τα παιδιά απλώς έπαιζαν. Τα αθώα τους παιδάκια απλά συμμετείχαν σε ένα διασκεδαστικό παιχνίδι. Οι αθώες ανυπεράσπιστες παιδικές ψυχούλες τους! Κι όμως την αγριότητα, το ψυχρό έγκλημα με το παγωμένο βλέμμα, πρέπει να είσαι προετοιμασμένος ότι θα τα βρεις ακόμα και σε μια παιδική ψυχή. Η αγριότητα έρχεται και εμφανίζεται στα παιδιά, έτσι στεγνή, αρχέγονη, στέρφα από γόνιμες ιδέες συγκάλυψης, γι’ αυτό είναι αδίστακτη και περιέχει κακία γνήσια, που δίνει μια άγρια χαρά και μια ικανοποίηση που όμοια της δεν θα ξαναζήσει ποτέ ενήλικος. Όλο και κάποια προσποίηση θα καταφέρεις να χώσεις μέσα στο αίσθημα της χαιρεκακίας, της διαστροφής. Θυμόταν ακόμη το περιστατικό με τη Λίτσα και ας ήταν τότε η Μαρία περίπου δεκατριών χρονών, που έκοψαν μπροστά της το κεφάλι της κατσίκας τους για να τη φάνε το Πάσχα. Το κεφάλι του ζώου κόπηκε τόσο απότομα, ώστε το αίμα του έρεε ακόμη στον εγκέφαλο, όταν το άγριο ένστικτο της επιβίωσης του έδωσε εντολή να τρέξει και το ζώο, λίγο πριν ξεψυχήσει, έτρεξε μέσα στον μπαξέ του σπιτιού της ακέφαλο. 
 
Έτρεχε πνιγμένο στο αίμα σαν άγγελος θανάτου, με όλους τους μυς του εύρωστους και ζωντανούς, με σώμα πανικοβλημένο, έντρομο, περνώντας και καλπάζοντας σαν να ζητούσε βοήθεια από τον διάβολο. Η νικητήρια αυτή περιφορά της έλευσης του θανάτου, γύρω από τον μπαξέ του σπιτιού, με το κατσίκι σαν ηττημένο έμβλημα μιας μάταιης προσπάθειας και το κεφάλι του πεσμένο ήδη, έτοιμο για πλύσιμο και φάγωμα στην απέναντι γωνιά της αυλής, άναψε και τα αίματα της «αθώας» μικρής. Η Λίτσα μπροστά σε αυτό το πρωτόγονο σκηνικό, εντελώς απροετοίμαστη συναισθηματικά, άρχισε να αναπηδά από έξαψη, κάνοντας τις ξανθές της μπούκλες να αναπηδούν κι αυτές μαζί της σαν βασιλεμένες ηλιαχτίδες. Τόσο αθώα η Λίτσα και τόσο διαβολεμένη! Τα ματάκια της γέμισαν ύμνους, γελούσε ξέφρενη και χτυπούσε παλαμάκια! Τα πνευμόνια της, κόντευαν να σκάσουν, να πλαντάξουν από τον όγκο της ευτυχίας. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ήταν η ευτυχία, που σε εξανάγκαζε να αναρωτηθείς αν μπορούσες να βρεις ένα δώρο, έστω αντίστοιχο, για να της προσφέρεις στις γιορτές του Πάσχα! Η ξέφρενη χαρά της μικρής Λίτσας ήταν η απόδειξη για τη Μαρία ότι τα παιδιά δεν είναι καθόλου αθώα.
 
Με όλα αυτά η Μαρία δε μεγάλωνε ευτυχισμένα. Ήταν πάντοτε κατάκοπη από την πολλή ενέργεια που ξόδευαν οι άνθρωποι στην κακία και από την άλλη τόση ενέργεια που ξόδευε εκείνη για να την αντικρούσει. Ήταν πάντα κουρασμένη και η διαίσθησή της απέναντι στο κακό που περιέβαλλε και απειλούσε πάντα τους καλούς ανθρώπους, την παρέλυε και την έκανε να δείχνει άνευρη, χωρίς πάθος, αδιάφορη, γιατί μέσα της κατοικούσε ένας κόσμος μυστικός, τσαλαπατημένος που άπλωνε τα χέρια του ικετευτικά για λίγη βοήθεια από αυτό το άγριο θηρίο που ήταν ο άνθρωπος. Τι μπορούσε να κάνει όμως, εκείνη πέρα από το να παρατηρεί; Εκείνη τη μέρα που έγειρε αποκαμωμένη το κεφάλι της στο χώμα, κοιτάζοντας το χαλίκι της γης, χωρίς ουσιαστικά να το βλέπει, βουρκωμένη καθώς ήταν και λυπημένη για το άμοιρο γατάκι, την πλησίασε ο θείος της, άπλωσε το χέρι του για να μην την ταράξει μες στη βουβή αφοσίωσή της και τη ρώτησε με μια φωνή βαριά σαν συγγνώμη.
«Τι έχεις Μαρία μου, γιατί κλαίς;»
«Γιατί ο κόσμος δεν είναι ευτυχισμένος, θείε Μιχαλάκη.» 
«Ο κόσμος είναι κακός κορίτσι μου.»
«Όχι δεν είναι κακός θείε, μπερδεμένος είναι!»
 
Τα μάτια της Μαρίας βούρκωναν καθώς έδινε τις απαντήσεις στον θείο της. Κουνούσε το κεφάλι τότε εκείνος σαν να ήθελε πολλά να πει, αλλά δεν έβρισκε λέξεις και σταματούσε το πράγμα εκεί. Και η Μαρία μεγάλωνε και ψήλωνε και ολοένα έμοιαζε με ερωτηματικό μέσα στον κόσμο.
 
 
 
 
Απόσπασμα 2:
 
"....Η Μαρία τότε συνειδητοποίησε ότι μπήκε στο άδυτο μιας άλλης γυναίκας.
«Κάνω ό, τι μου κάνουν. Ελπίζω και η γυναίκα του Διονύση να είναι με κάποιον άλλον αυτήν τη στιγμή!», σκέφτηκε.
 
Εκείνος τη φίλησε αμέσως κι εκεί η μαγεία χάθηκε. Φιλούσε υπέροχα, αλλά εκείνη αγκυλώθηκε μέσα σε ένα ξαφνικό ψύχος, αρνιόταν την έντασή της. Κυριεύτηκε βάναυσα και απότομα από τον ερωτισμό της και δεν μπόρεσε το κορμί της να τον μεταφράσει ήσυχα μέσα της. Ήθελε λίγο μόνο, μια στάλα τον χρόνο της. Ζήτησε να κάνει ένα μπάνιο κι ύστερα ζήτησε μια πετσέτα, αλλά όλα αυτά τα σιδερωμένα ρούχα γύρω της, το νοικοκυριό, η φρεσκάδα, η σκόνη, τα τακτοποιημένα έπιπλα και η ακαταστασία μιας μυστικής και περιχαρακωμένης ζωής, την συγκλόνισαν.
 
«Μα τι κάνω;»,σκέφτηκε καθώς μύριζε το αφρόλουτρο που διάλεξε η γυναίκα του για το μπάνιο τους. Όταν βγήκε από το μπάνιο, φορώντας το καλό της νυχτικό στο χρώμα της καραμέλας, με δύο χαριτωμένα σατέν φιογκάκια στο στήθος, ένα νυχτικό που το είχε αγοράσει πριν δύο χρόνια και δεν το φόρεσε ποτέ απλά το κουβαλούσε στα ταξίδια για τις οικογενειακές δουλειές, αισθανόταν σχεδόν όμορφη. Αίσθηση όμως, που ανατράπηκε μόλις είδε την φωτογραφία του γάμου τους πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, δίπλα στο ποτό του Διονύση. Το δικό της την περίμενε δίπλα στο δικό του. Στάθηκε πάνω από τη φωτογραφία και την κοίταξε. Την πήρε στα χέρια της και είδε καλύτερα την γυναίκα του
 
.«Μα είναι όμορφη γυναίκα!», ψιθύρισε η Μαρία εντυπωσιασμένη.
Στην πραγματικότητα την έπιασε κρύος ιδρώτας από την σύγκριση που έκανε αυτόματα μέσα της.
 
«Ναι, είναι πολύ όμορφη!», απάντησε ο Διονύσης.
 
«Τότε, τι θες μαζί μου;», ρώτησε κοφτά εκείνη
 
.«Σε θεωρώ εξίσου όμορφη!», της απάντησε
 
.«Θα ήταν ωραία να πλήρωνες για τα κομπλιμέντα σου, να δούμε πόσα από αυτά θα ξεστόμιζες..», του είπε αμέσως η Μαρία, μην πιστεύοντας λέξη.
 
«Με προσβάλεις τώρα..», της απάντησε θιγμένος.
 
«Δηλαδή με βλέπεις άσχημο; Με βλέπεις λίγο; Σου φαίνομαι ένας ταπεινός απελπισμένος που θα συμβιβαζόμουν με κάτι που δε θα μου άρεσε;»
 
Η Μαρία ενστικτωδώς γύρισε και κοίταξε τους δίσκους του, τις όμορφες μαυρόασπρες φωτογραφίες του, το πιάνο στο κέντρο σχεδόν του δωματίου του.
 
«Πέρα από το γεγονός ότι είναι πανέμορφος σαν θεόσταλτος άγγελος, είναι και ταλαντούχος», σκέφτηκε. Εγκληματικά ταλαντούχος θα έλεγε. «Δεν υπάρχει γυναίκα που μένει ασυγκίνητη μπροστά στο ανδρικό ταλέντο. Γοητεύεται η γυναίκα από τη γυναικεία φύση του ταλέντου. Το ταλέντο δεν είναι ουδέτερο, είναι θηλυκό. Γεννάει. Και η γυναίκα γοητεύεται πάντα από έναν άνδρα που γεννάει»,συλλογίστηκε. Κατέβασε αμήχανα το κεφάλι........."
 
Απόσπασμα 3
 
"...Έρχεται κάποια στιγμή πλέον στη ζωή σου, που δε θες να διαβάζεις τι νιώθουν οι άλλοι, μήπως και ανακαλύψεις ένα κομμάτι του εαυτού σου, αλλά είσαι εσύ ο ίδιος κυριευμένος και σε άμεση σύνδεση με όλα όσα σε περιβάλλουν. Γίνονται κείμενο. Και δεν είναι ότι βρίσκεις απαντήσεις, αλλά ότι δε θέτεις πλέον ερωτήσεις. Ό, τι είναι, είναι γι’ αυτό που είναι και καλώς είναι, όπως είναι.
 
Ώρες-ώρες αισθάνομαι σαν φιλμ του Αγγελόπουλου. Αργή, απαλή αισθαντική ρέω ανάμεσα σε πυκνά αργόσυρτα πλάνα με ένα στεφάνι συννεφιάς από πάνω τους που τα εμποτίζει με τόση θλίψη, όση για να ανθίσουν και να γεμίσουν την ύπαρξή μου με υπότιτλους. Όλα είναι αισθητική, τόσο όμορφα μέσα στην αρμονία τους, τόσο συμμετρικά μέσα στο λάθος τους που σε συντροφεύουν με την ομορφιά τους καθολικά και άγρυπνα. Η αισθητική είναι πράγματι ηθική, σε κάνει καλύτερο άνθρωπο.
 
Όταν αισθάνομαι επάνω μου τους αδρούς μυς του αέρα, όταν αγοράζω ένα καινούριο φουστάνι, όταν ανακαλύπτω ένα καινούριο τραγούδι, όλα πλέον μου φαίνονται σαν συνωμοτική ποίηση, σαν διαπλεκόμενη τέχνη. Και ύστερα υπάρχει και αυτή η βαθιά επίγνωση της ουσίας των πραγμάτων και όχι των απλών εντυπώσεων που προκαλούν..." Βρείτε το βιβλίο εδώ.
 
 
 
Η Ζωή Κυροπούλου εργάζεται ως δημοσιογράφος. Έχει συνεργαστεί με τα περιοδικά Το Παιδί μου κι εγώ, Status, Close up, Sunday κ.α. (με χρονογραφήματα,  θέματα ψυχολογίας, παιδιού, εναλλακτικής ιατρικής κ.ά). Σήμερα είναι αρχισυντάκτρια ιστοσελίδων. Συγγραφέας του βιβλίου «Δεν ξέρω ν΄ αγαπώ» από τις εκδόσεις  Κέδρος. Το μυθιστόρημα της, «Εκείνες που μάγεψαν τον θάνατο» είναι το δεύτερο της βιβλίο.
 
 
Αποσπάσματα του βιβλίου "Εκείνες που μάγεψαν τον θάνατο" από την Ζωή Κυροπούλου
 
 
 

Share this article

Αποποίηση ευθύνης

Οι πληροφορίες σε αυτό τον διαδικτυακό τόπο παρέχονται ''ως έχουν''. Η εταιρία μας δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη, σε καμία περίπτωση, προς οποιονδήποτε, για οποιεσδήποτε άμεσες, έμμεσες, ειδικές ή παρεπόμενες ζημίες από την χρήση της παρούσας ιστοσελίδας...

Δείτε περισσότερα

Τελευταίες δημοσιεύσεις

Newsletter

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τα πιό πρόσφατα νέα μας!